ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΥΠΟΥ

19 Οκτωβρίου 2016

Ανακοίνωση του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου «Περί Σχολικού Εκφοβισμού»

Ο εκφοβισμός αποτελεί μια μορφή επίμονης, σκόπιμης επιθετικής συμπεριφοράς που παρουσιάζεται σε μεγάλο βαθμό εντός του σχολικού πλαισίου, είτε σε ατομικό ή σε ομαδικό επίπεδο. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του εκφοβισμού είναι η κατάχρηση της εξουσίας ενός πιο δυνατού παιδιού έναντι ενός παιδιού που δυσκολεύεται να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ως συνέπεια, ο σχολικός εκφοβισμός έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει τόσο σωματική, όσο και ψυχολογική και κοινωνική ζημιά τόσο στο παιδί που ασκεί τον εκφοβισμό, όσο και σε αυτό που τον δέχεται (π.χ., κατάθλιψη, αυτοκτονικότητα, κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών, παραβατικότητα ως ενήλικας, κα). Οι αιτιακοί παράγοντες (βιολογικοί, ατομικοί και περιβαλλοντικοί) που μπορεί να παρακινήσουν ένα παιδί να εκφοβίσει ή να υποστεί εκφοβισμό είναι πολλοί και ποικιλόμορφοι.

Ο εκφοβισμός δεν αποτελεί νέο γεγονός για τα Κυπριακά δεδομένα. Απόδειξη, τα αποτελέσματα μελετών του φαινομένου στην Κυπριακή κοινωνία, όπου διαφαίνεται ότι τα ποσοστά εκφοβισμού στο μαθητικό πληθυσμό συνάδουν με αυτά των διεθνών στατιστικών. Χαρακτηριστικά, σε μελέτη που εκδόθηκε μόλις το 2010 (Σταυρινίδης και συνεργάτες, 2010) οι αριθμοί για τα ποσοστά βίας σε 1645 μαθητές Δημοτικού και Γυμνασίου παρουσιάζουν την εξής εικόνα: 17% των Ελληνο-Κυπρίων μαθητών έχει υποστεί κάποιας μορφής εκφοβιστικής βίας, 5.4% το έχουν βιώσει ως «θύτες» μόνο, 7.4% ως «θύματα» μόνο, ενώ 4.2 % έχουν βιώσει τον εκφοβισμό ως «θύτες» και «θύματα».

Πέραν όμως της πληροφόρησης για το φαινόμενο, και με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από συγκεκριμένο περιστατικό, ως κοινότητα ψυχολόγων θα θέλαμε να παραθέσουμε μερικούς προβληματισμούς σχετικά με:

  • Το πως αρκετοί συμμαθητές/ριες που παρευρίσκονταν στη σκηνή, υπερθεμάτισαν την πράξη των συμμαθητριών τους να ασκήσουν σωματική βία προς μια άλλη συμμαθήτρια.
  • Το πόσο άμεσα και εύκολα κοινοποιήθηκε το οπτικογραφημένο υλικό αγνοώντας κανόνες τήρησης προσωπικών δεδομένων και προστασίας των δικαιωμάτων των ανηλίκων, καθώς και πόσο, εξίσου άμεσα και εύκολα, αρκετοί από εμάς πήραμε το ρόλο του τιμωρού, ασκώντας εμμέσως λεκτική και ψυχολογική βία προς τις μαθήτριες που επέβαλαν τον εκφοβισμό, αλλά και πως δε συνειδητοποιήσαμε ότι θυματοποιούσαμε περαιτέρω τη μαθήτρια αναπαράγοντας το υλικό. Παράλληλα, προβληματίζει το πόσο καθυστερημένα αντιδράσαμε στο να εκφράσουμε μια άλλη οπτική καταδικάζοντας τη βία ως μορφή διαχείρισης διαπροσωπικών προβλημάτων και διαφορών.

Η βία φέρνει βία, δε λύνει τη βία. Για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του φαινομένου του εκφοβισμού χρειάζεται η δημιουργία κουλτούρας μη αποδοχής της βίας, η οποία απαιτεί μια συνεχή προσπάθεια σε πολλά επίπεδα. Σημαντικότερο όλων είναι η συνεργασία των Υπουργείων Δικαιοσύνης, Υγείας και Παιδείας, έπειτα από πολιτική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, για τη θέσπιση ενός ενιαίου θεσμικού πλαισίου για την παραβατικότητα. Παρακάτω παρατίθενται κάποιες εισηγήσεις:

  • Να δημιουργηθεί μια Εθνική Επιτροπή Νεανικής Παραβατικότητας, με στόχο τη διαμόρφωση στρατηγικής, στα πρότυπα του Αντιναρκωτικού Συμβουλίου. Η εν λόγω επιτροπή να δημιουργήσει και να καθοδηγήσει την εφαρμογή εθνικής στρατηγικής που να ανταποκρίνεται στις πολυεπίπεδες ανάγκες διαχείρισης του φαινομένου.
  • Η εθνική στρατηγική δύναται να περιλαμβάνει α) προγραμματισμό για εκπαίδευση εκπαιδευτικών, γονιών και μαθητών, β) κανόνες και πολιτικές που θα αφορούν συνέπειες για τα παιδιά που εκφοβίζουν ή συμβάλλουν στην συνέχιση του φαινομένου (π.χ., παρατηρητές), γ) τη θέσπιση ενδοσχολικών ομάδων διαχείρισης όπου συμμετέχουν εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές καλλιεργώντας έτσι κοινό αίσθημα ευθύνης, δ) πλάνα παρέμβασης που να προωθούν την υπευθυνότητα, ευαισθησία και αποτελεσματική διαχείριση κάθε περιστατικού αποφεύγοντας την επαναθυματοποίηση, ε) συνεργασία φορέων (π.χ., δημοσίου, ΜΚΟ, κλπ) με σκοπό την προώθηση προληπτικών δράσεων σε κοινοτικό επίπεδο, στ) υιοθέτηση και εφαρμογή εμπειρικά αποδεδειγμένων μεθόδων πρόληψης και αντιμετώπισης του φαινομένου εντός του σχολικού πλαισίου σε συνεργασία με τον οικείο Εκπαιδευτικό Ψυχολόγο, κα.
  • Τέλος, υψίστης σημασίας είναι η διαθεσιμότητα και η προσβασιμότητα όλων των μελών της σχολικής μονάδας σε Εκπαιδευτικούς Ψυχολόγους, οι οποίοι έχουν τις γνώσεις και την κατάρτιση στη δημιουργία ασφαλούς σχολικού περιβάλλοντος. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, όπου κατά μέσο όρο σε κάθε Εκπαιδευτικό Ψυχολόγο που εργάζεται στο Υπουργείο Παιδείας αντιστοιχούν 3000 παιδιά, το έργο τους δυσχεραίνεται εξαιρετικά.

Καταληκτικά, αντίστοιχα με τις δηλώσεις της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού, ευελπιστούμε ότι τα μέτρα που θα ληφθούν από τους αρμόδιους φορείς θα είναι προς όφελος όλων των εμπλεκόμενων, αλλά και της ευρύτερης κοινωνίας.

Εκ μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου

Σύνδεσμος Ψυχολόγων Κύπρου