Λευκωσία, 29 Μαρτίου, 2018.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου Ψυχολόγων Κύπρου θα ήθελε να εκφράσει τον αποτροπιασμό του για τα όσα εκτυλίσσονται τις τελευταίες μέρες γύρω από την υπόθεση του θανάτου της 29χρονης Έλενας Φραντζή.
Ως Σύνδεσμος, οφείλουμε να επιστήσουμε την προσοχή τόσο των συναδέλφων ψυχολόγων, όσο και των δημοσιογράφων και του ευρύτερου κοινού στα εξής σημαντικά σημεία:

  1. Η εφαρμοσμένη ψυχολογία ως επάγγελμα διέπεται από Κώδικα Δεοντολογίας και βασικές αρχές, εκ των οποίων δύο βασικότερες αποτελούν η αποφυγή του να κάνουμε κακό στον πελάτη και η τήρηση της εχεμύθειας εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις (π.χ., πρόθεση για αυτοκτονία ή ανθρωποκτονία, ή κακοποίηση/παραμέληση ανηλίκου), ή άρση της μόνο μετά από συγκατάθεση του ίδιου του πελάτη. Η εχεμύθεια πρέπει να τηρείται ακόμα και μετά θάνατον του πελάτη, ασχέτως αν η πρόθεση είναι η υπεράσπιση του. Επιπρόσθετα, η δεοντολογία αναφέρεται στην αποφυγή εξαγωγής αυθαίρετων συμπερασμάτων ενόσω δεν υφίστανται επαρκή στοιχεία και σε περιπτώσεις που δεν έχουν ακολουθηθεί οι ενδεδειγμένες επιστημονικά διαδικασίες. Θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε αυτές τις αρχές σε ψυχολόγους που προσεγγίζονται για δηλώσεις σχετικά με το περιστατικό προς αποφυγή δεοντολογικών ή/και νομικών ατοπημάτων προβαίνοντας σε δηλώσεις που εμπεριέχουν είτε εμπιστευτικές πληροφορίες χωρίς την προηγούμενη απαραίτητη συγκατάθεση, ή συμπεράσματα βασισμένα σε αξιολογήσεις που δεν έχουν διεξαχθεί χρησιμοποιώντας τις ενδεδειγμένες μεθόδους. Η οποιαδήποτε πράξη προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί, παράλληλα, πλήγμα προς το επάγγελμα μας εφόσον σίεται η εμπιστοσύνη του κοινού. Παροτρύνονται, δε, εάν προβούν σε δηλώσεις να εστιαστούν σε επιστημονικά και κλινικά δεδομένα (π.χ., γενική συμπτωματολογία, παράγοντες που οδηγούν στην αναφορά ή όχι, κλπ) που αποσκοπούν στην πληροφόρηση και ευαισθητοποίηση του κοινού.
  2. Παράλληλα, παρακαλούμε θερμά τους δημοσιογράφους και τα ΜΜΕ και αναμένουμε να επιδείξουν το δέοντα σεβασμό στα επαγγελματικά και δεοντολογικά όρια.
  3. Ίσως σημαντικότερο σημείο που χρειάζεται να αναλογιστούμε αποτελεί το γεγονός ότι όλη αυτή η προβολή πιθανώς να οδηγήσει σε σοβαρότατες και αρνητικές επιδράσεις για παιδιά που θυματοποιούνται αυτή την στιγμή ή που έχουν θυματοποιηθεί. Συγκεκριμένα, τόσο η εκτεταμένη αρνητική προβολή της κατάληξης της Έλενας, όσο και η δημόσια κατακραυγή της οικογένειας του θύτη, η αμφισβήτηση της αναφοράς, οι λεπτομέρειες που έχουν έρθει στην επιφάνεια σχετικά με το περιστατικό, πιθανώς να οδηγήσουν θύματα στο να μην αναφέρουν την κακοποίηση ως προσπάθεια αποφυγής των χειρότερων τους φόβων – αυτών του δημόσιου διασυρμού, του να μην γίνουν πιστευτά, να «επιβεβαιωθεί» η δική τους ευθύνη για την κακοποίηση, και πολλά άλλα απότοκα της ίδιας της θυματοποίησης τους, καθώς και η επικράτηση της τρομοκράτησης τους.
    Το γενικότερο αποτέλεσμα πιθανώς να είναι να γκρεμιστούν όλες οι υπεράνθρωπες προσπάθειες που έχουν συστηματικά τροχιοδρομήσει τις σημαντικές αλλαγές που έχει επιφέρει στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια η έρευνα του Πανεπιστημίου Κύπρου, η ψήφιση νέας νομοθεσίας το 2014, η δημιουργία της Εθνικής Στρατηγικής και η σταδιακή εφαρμογή της, καθώς και η λειτουργία του Σπιτιού του Παιδιού. Ο διάλογος, δημόσιος ή μη, είναι και θεμιτός και απαραίτητος δεδομένου και του μηνύματος της εκστρατείας «Σπάσε τη Σιωπή». Το «σπάσιμο» της σιωπής, όμως, χρειάζεται να γίνεται μέσα σε δεοντολογικά πλαίσια, με τον απαραίτητο σεβασμό και όχι στα πλαίσια λαϊκών δικαστηρίων ή κοινωνικών σχολίων που δεν αποσκοπούν στην προστασία των παιδιών.

    Τέλος ανακοίνωσης.

Δελτίο Τύπου: Σεξουαλική κακοποίηση και προσωπικά δεδομένα